διάσταση
η, ουσ.
- (για πρόσωπα ή πράγματα) απομάκρυνση του ενός από το άλλο, αποχωρισμός
- (πληθ.) διαστάσεις, το μήκος, το πλάτος και το ύψος
- (μτφ.) διαφωνία, αντίθεση
- η όρθια στάση του σώματος με ανοιχτά στα πλάγια τα πόδια
- (χημ.) είδος χημικής αντίδρασης, (φρ.) «ηλεκτρολυτική διάσταση»,
- (φυσ.) ο χρόνος στη θεωρία της σχετικότητας
- (ειδικότ.) η διάλυση των συζυγικών σχέσεων, το διαζύγιο.
Ετυμολογία
< αρχ. διάστασις < διίσταμαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάσταση», σσ. 215-216. https://navalhistory.gr/lexiko/διασταση/