διηλεκτρικός
-ή, -ό, επίθ.
(φυσ.) αυτός που έχει μικρή ηλεκτρική αγωγιμότητα, που είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού, που λειτουργεί ως μονωτής.
Ετυμολογία
< γαλλ. diélectrique < δι(ά) + ηλεκτρικός.
Παράγωγα
διηλεκτρικότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διηλεκτρικός», σ. 222. https://navalhistory.gr/lexiko/διηλεκτρικοσ/