διάτμηση
η, ουσ.
(φυσ.) η καταπόνηση που υφίσταται ένα σώμα, σε βαθμό παραμόρφωσης, όταν σ’ αυτό ασκούνται κάθετα δυνάμεις.
Ετυμολογία
< δια- + τμήση < αρχ. τμῆσις < τέμνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάτμηση», σ. 218. https://navalhistory.gr/lexiko/διατμηση/