navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαστολή

διαστολή

η, ουσ.

  1. η αύξηση των διαστάσεων ενός σώματος
  2. (φυσ.) η αύξηση του όγκου των σωμάτων λόγω της θέρμανσής τους, αντών. συστολή
  3. διόγκωση, αύξηση.

Ετυμολογία

< αρχ. διαστέλλω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαστολή», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διαστολη/