διαστολή
η, ουσ.
- η αύξηση των διαστάσεων ενός σώματος
- (φυσ.) η αύξηση του όγκου των σωμάτων λόγω της θέρμανσής τους, αντών. συστολή
- διόγκωση, αύξηση.
Ετυμολογία
< αρχ. διαστέλλω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαστολή», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διαστολη/