navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διπολικός

διπολικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που έχει δύο πόλους, δίπολος:

  1. (φυσ.) «διπολικός διακόπτης», «διπολική γεννήτρια»,
  2. (μαθημ.) διπολικές συντεταγμένες
  3. (μτφ.) αυτός που βασίζεται σε δύο αντίθετες συνιστώσες.

Ετυμολογία

< δίπολ(ος) + -ικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπολικός», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπολικοσ/