διπολικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει δύο πόλους, δίπολος:
- (φυσ.) «διπολικός διακόπτης», «διπολική γεννήτρια»,
- (μαθημ.) διπολικές συντεταγμένες
- (μτφ.) αυτός που βασίζεται σε δύο αντίθετες συνιστώσες.
Ετυμολογία
< δίπολ(ος) + -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπολικός», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπολικοσ/