διοπτρία
η, ουσ.
(φυσ.) μονάδα μέτρησης της ισχύος ενός φακού.
Ετυμολογία
< γαλλ. dioptrie < μτγν. διόπτρα < αρχ. ὁράω [= βλέπω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοπτρία», σ. 226. https://navalhistory.gr/lexiko/διοπτρια/