navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διημερεύω

διημερεύω

ρ. [αμετβ.]

περνώ κάπου καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αντών. διανυκτερεύω.

Ετυμολογία

< δια + ημερεύω.

Παράγωγα

διημέρευση.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διημερεύω», σ. 222. https://navalhistory.gr/lexiko/διημερευω/