navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διηθώ

διηθώ

ρ. [μετβ.]

φιλτράρω ένα υγρό έτσι ώστε να απαλλαγεί από τις στερεές ουσίες που αιωρούνται σε αυτό, διυλίζω, λαμπικάρω.

Ετυμολογία

< αρχ. διηθῶ.

Παράγωγα

διήθημα, διηθητήριο, διήθηση [= φιλτράρισμα], διηθητικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διηθώ», σ. 222. https://navalhistory.gr/lexiko/διηθω/