διαφορά
η, ουσ.
- το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που διαφοροποιούν ένα πρόσωπο ή πράγμα, η έλλειψη ομοιότητας
- η κατάσταση που δημιουργείται από την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων
- (μαθημ.) το αποτέλεσμα της αφαίρεσης, το υπόλοιπο
- (πληθ.) οι διαφορές, διαφωνία, αντιπαράθεση λόγω διαφορετικών απόψεων ή συμφερόντων, συνών. φιλονικία, έριδα, ρήξη
- (οικον.) το επιπλέον χρηματικό ποσό
- (φρ.) «διαφορά δυναμικού / μήκους / πλάτους / μεταξύ ορθής αναφοράς και αποκλίσεως».
Ετυμολογία
< για την 1η, 2η και 4η ερμ. αρχ. διαφορά, για την 3η και 5η ερμ. σημδ. από τη γαλλ. différence.
Παράγωγα
διαφορετικός, διαφορεύω [= ωφελώ κάποιον].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαφορά», σ. 219. https://navalhistory.gr/lexiko/διαφορα/