navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαιρώ

διαιρώ

ρ. [μετβ.]

  1. χωρίζω ένα σύνολο σε ίσα μέρη, συνών. κατανέμω, διαχωρίζω, μοιράζω
  2. (μαθημ.) κάνω την πράξη της διαίρεσης
  3. (μτφ.) προκαλώ διχόνοια στα μέλη της ομάδας, διχάζω, (φρ.) «διαίρει και βασίλευε», δηλ. το να κατέχεις την εξουσία καλλιεργώντας τη διχόνοια στους αντιπάλους σου.

Ετυμολογία

< αρχ. διαιρῶ.

Παράγωγα

διαιρετέος, διαιρέτης, διαιρέσιμος, διαιρετικός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαιρώ», σ. 209. https://navalhistory.gr/lexiko/διαιρω/