διαιρώ
ρ. [μετβ.]
- χωρίζω ένα σύνολο σε ίσα μέρη, συνών. κατανέμω, διαχωρίζω, μοιράζω
- (μαθημ.) κάνω την πράξη της διαίρεσης
- (μτφ.) προκαλώ διχόνοια στα μέλη της ομάδας, διχάζω, (φρ.) «διαίρει και βασίλευε», δηλ. το να κατέχεις την εξουσία καλλιεργώντας τη διχόνοια στους αντιπάλους σου.
Ετυμολογία
< αρχ. διαιρῶ.
Παράγωγα
διαιρετέος, διαιρέτης, διαιρέσιμος, διαιρετικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαιρώ», σ. 209. https://navalhistory.gr/lexiko/διαιρω/