navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δύναμη

δύναμη

η, ουσ.

  1. σωματική ρώμη, συνών. αλκή, ισχύς
  2. πνευματική ικανότητα, συνών. ευφυΐα
  3. ψυχικό σθένος
  4. επιδεξιότητα
  5. το σύνολο των μελών μίας ομάδας
  6. υπερφυσική εξουσία
  7. (φυσ.) ώθηση ή έλξη που ασκείται σ’ ένα σώμα
  8. (μαθημ.) το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό ενός αριθμού με τον εαυτό του
  9. το ισχυρό πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά κράτος
  10. (πληθ.) οι δυνάμεις, οι πολιτικές παρατάξεις
  11. (φρ.) «δύναμη ανέμου / αδράνειας / αναρροφήσεως / αντίστασης / εμβόλου / εκτόνωσης / επιτάχυνσης / στρέψης / τάσης», «εφαπτόμενη / ηλεκτρεγερτική / θερμαντική / κεντρομόλος / κινητήριος / μηχανική / πυρηνική / φυγόκεντρος / κεντρομόλος / πραγματική / προωστική / σταθερή δύναμη».

Ετυμολογία

< αρχ. δύναμ(ις) -η.

Παράγωγα

δυναμάρης, δυναμάρι, δυναμερός, δυναμικός, δυναμισμός, δυναμίτης > δυναμιτιστής.

Σύνθετα

δυναμογονία, δυναμογόνος, δυναμογράφος, δειναμοδείκτης, δυναμοκρατία, δυναμομεταμόρφωση, δυναμομέτρηση, δυναμόμετρο, δυναμομηχανή, δυναμοσκόπηση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύναμη», σ. 236. https://navalhistory.gr/lexiko/δυναμη/