δύναμη
η, ουσ.
- σωματική ρώμη, συνών. αλκή, ισχύς
- πνευματική ικανότητα, συνών. ευφυΐα
- ψυχικό σθένος
- επιδεξιότητα
- το σύνολο των μελών μίας ομάδας
- υπερφυσική εξουσία
- (φυσ.) ώθηση ή έλξη που ασκείται σ’ ένα σώμα
- (μαθημ.) το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό ενός αριθμού με τον εαυτό του
- το ισχυρό πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά κράτος
- (πληθ.) οι δυνάμεις, οι πολιτικές παρατάξεις
- (φρ.) «δύναμη ανέμου / αδράνειας / αναρροφήσεως / αντίστασης / εμβόλου / εκτόνωσης / επιτάχυνσης / στρέψης / τάσης», «εφαπτόμενη / ηλεκτρεγερτική / θερμαντική / κεντρομόλος / κινητήριος / μηχανική / πυρηνική / φυγόκεντρος / κεντρομόλος / πραγματική / προωστική / σταθερή δύναμη».
Ετυμολογία
< αρχ. δύναμ(ις) -η.
Παράγωγα
δυναμάρης, δυναμάρι, δυναμερός, δυναμικός, δυναμισμός, δυναμίτης > δυναμιτιστής.
Σύνθετα
δυναμογονία, δυναμογόνος, δυναμογράφος, δειναμοδείκτης, δυναμοκρατία, δυναμομεταμόρφωση, δυναμομέτρηση, δυναμόμετρο, δυναμομηχανή, δυναμοσκόπηση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύναμη», σ. 236. https://navalhistory.gr/lexiko/δυναμη/