διάμεσος
η, ουσ.
(μαθημ.) η ευθεία που ενώνει την κορυφή ενός τριγώνου με το μέσο της απέναντι πλευράς.
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο θηλ. του επιθ. διάμεσος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάμεσος», σ. 212. https://navalhistory.gr/lexiko/διαμεσοσ/