ρήξη
η, ουσ.
- α) η βίαιη διάσπαση μιας συνοχής, σπάσιμο, β) (ιατρ.) το τραύμα
- (μτφ.) συγκρουσιακή αντιπαράθεση σε διαπροσωπική σχέση
- άνοιγμα εισόδου οικοδομήματος, ή χρηματοκιβωτίου με σκοπό την κλοπή.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥῆξις, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. rupture.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρήξη», σ. 731. https://navalhistory.gr/lexiko/ρηξη/