navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρήξη

ρήξη

η, ουσ.

  1. α) η βίαιη διάσπαση μιας συνοχής, σπάσιμο, β) (ιατρ.) το τραύμα
  2. (μτφ.) συγκρουσιακή αντιπαράθεση σε διαπροσωπική σχέση
  3. άνοιγμα εισόδου οικοδομήματος, ή χρηματοκιβωτίου με σκοπό την κλοπή.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥῆξις, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. rupture.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρήξη», σ. 731. https://navalhistory.gr/lexiko/ρηξη/