διαφορικό
το, ουσ.
1. (μηχανολ.) μηχανισμός [σύστημα γραναζιών] που τοποθετείται στο σύστημα μετάδοσης της κίνησης σε προσθιοκίνητα ή οπισθιοκίνητα οχήματα, ή στους δυο άξονες μετάδοσης στα τετρακίνητα, και επιτρέπει στους τροχούς να παίρνουν διαφορετικό αριθμό στροφών, όταν βρεθούν σε στροφή ή σε ανώμαλο δρόμο.
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο ουδ. του επιθ. διαφορικός, σημδ. γαλλ. différentiel.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαφορικό», σ. 219. https://navalhistory.gr/lexiko/διαφορικο/