διαίρεση
η, ουσ.
- η ενέργεια του χωρισμού ενός συνόλου σε κομμάτια
- (μτφ.) διχόνοια, διχοστασία
- (μαθημ.) μια από τις τέσσερις βασικές πράξεις της αριθμητικής, η αντίστροφη πράξη του πολλαπλασιασμού
- (βιολ.) θεμελιώδης μηχανισμός της αύξησης και του πολλαπλασιασμού των ζώντων οργανισμών.
Ετυμολογία
< αρχ. διαίρε(σις) [= διανομή] + -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαίρεση», σσ. 208-209. https://navalhistory.gr/lexiko/διαιρεση/