navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διάνυσμα

διάνυσμα

το, ουσ.

(μαθημ.) το ευθύγραμμο τμήμα που διαγράφει ένα κινούμενο στοιχείο, το άνυσμα.

Ετυμολογία

< μτγν. διάνυσμα [= διανυμένη απόσταση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάνυσμα», σ. 214. https://navalhistory.gr/lexiko/διανυσμα/