αρπάγη
η, ουσ.
(εργαλ.) ο γάντζος αλλά και κάθε άλλο εργαλείο που έχει αυτή τη μορφή ή έχει την ίδια χρηστική αξία.
Ετυμολογία
< μτγν. ἁρπάγη (με αρχ. σημ.: τσουγκράνα) < αρχ. ἁρπάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρπάγη», σ. 119. https://navalhistory.gr/lexiko/αρπαγη/