αυλός
ο, ουσ.

- (μουσ.) α) πνευστό όργανο στα χρόνια της αρχαιότητας, β) φλογέρα, σουραύλι
- (εργαλ.) α) σωλήνας υαλουργών, σιδηρουργών κ.ά. επαγγελματιών, β) σιδηροσωλήνας ατμολεβήτων σε σχήμα καλαμιού, γ) (φρ.) «αυλός ψεκασμού / στριφτός / πυροσβεστικός / περιστροφικός / δεντροκομικός / ζιζανιοκτονίας / τηλεσκοπικός / πλαστικός / μεταλλικός / λέβητα».
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] < αρχ. αὐλός, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. tube.
Σύνθετα
φλογαυλωτός, υδραυλωτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυλός», σ. 134. https://navalhistory.gr/lexiko/αυλοσ/