αναμείκτης
Και: αναμίκτης, αναμεικτήρας, αναμικτήρας
ο, ουσ.
(εργαλ.) αναδευτήρας υλικών [εργαλειομηχανή] με σκοπό τα ομοιογενή χαρακτηριστικά.
Ετυμολογία
< ανά- + μεικτός, αγγλ. mixer.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναμείκτης και αναμίκτης και αναμεικτήρας και αναμικτήρας», σ. 81. https://navalhistory.gr/lexiko/αναμεικτησ-και-αναμικτησ-και-αναμεικτηρασ-και-αναμικτηρασ/