αποχέτευση
η, ουσ.
υπόγειο δίκτυο αγωγών που οδηγεί: α) τα βρόχινα νερά σε χείμαρρους ή ποτάμια ή στη θάλασσα και β) τα βρώμικα οικιακά ή εργοστασιακά λύματα σε δεξαμενές βιολογικού καθαρισμού.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀποχέτευ(σις), -ση, < αρχ. ἀποχετεύω < ὀχετός [= τάφρος, διώρυγα, αγωγός υδάτων] < ὄχος / ὀχέω < ἔχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποχέτευση», σ. 113. https://navalhistory.gr/lexiko/αποχετευση/