navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άμαξα

άμαξα

η, ουσ. [γεν. αμάξης]

  1. ανοικτό ή κλειστό τροχοφόρο όχημα που το σέρνουν υποζύγια και χρησιμεύει για τη μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων, αραμπάς
  2. κάθε σύγχρονο τροχοφόρο μέσο που χρησιμοποιείται για τον παραπάνω σκοπό
  3. (αστρον.) αρχαία ονομασία της Μεγάλης Άρκτου
  4. (φρ.) «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», δηλ. για πρόσωπο ή πράγμα που θεωρείται ασήμαντο, «τα εξ αμάξης», πολλές και βαριές προσβολές.

Ετυμολογία

< αρχ. ἅμ-αξα < ἅμα + ἄξων, δηλ. σκελετός οχήματος που στηρίζεται σε άξονα.

Παράγωγα

αμαξάδα, αμαξάς, αμαξιτός, αμαξιά, αμάξωμα, αμαξάκι, αμαξάρα.

Σύνθετα

αμαξαγώγιο [= η πληρωμή του αμαξά], αμαξόδρομος, αμαξοθύρα, αμαξοποιείο, αμαξοποιία, αμαξοποιός, αμαξοπομπή, αμαξοπώλης, αμαξοστάσιο, αμαξοστοιχία, αμαξόστρατα, αμαξοτροχιά, αμαξοτροχός, αμαξουργείο, αμαξουργός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμαξα», σ. 70. https://navalhistory.gr/lexiko/αμαξα/