άμαξα
η, ουσ. [γεν. αμάξης]
- ανοικτό ή κλειστό τροχοφόρο όχημα που το σέρνουν υποζύγια και χρησιμεύει για τη μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων, αραμπάς
- κάθε σύγχρονο τροχοφόρο μέσο που χρησιμοποιείται για τον παραπάνω σκοπό
- (αστρον.) αρχαία ονομασία της Μεγάλης Άρκτου
- (φρ.) «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», δηλ. για πρόσωπο ή πράγμα που θεωρείται ασήμαντο, «τα εξ αμάξης», πολλές και βαριές προσβολές.
Ετυμολογία
< αρχ. ἅμ-αξα < ἅμα + ἄξων, δηλ. σκελετός οχήματος που στηρίζεται σε άξονα.
Παράγωγα
αμαξάδα, αμαξάς, αμαξιτός, αμαξιά, αμάξωμα, αμαξάκι, αμαξάρα.
Σύνθετα
αμαξαγώγιο [= η πληρωμή του αμαξά], αμαξόδρομος, αμαξοθύρα, αμαξοποιείο, αμαξοποιία, αμαξοποιός, αμαξοπομπή, αμαξοπώλης, αμαξοστάσιο, αμαξοστοιχία, αμαξόστρατα, αμαξοτροχιά, αμαξοτροχός, αμαξουργείο, αμαξουργός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμαξα», σ. 70. https://navalhistory.gr/lexiko/αμαξα/