τέλι
το, ουσ. [γεν. τελ-ιού, -ιών]
- λεπτό μεταλλικό σύρμα
- (μουσ.) μεταλλική χορδή οργάνου
- επίχρυσο λεπτό νήμα
- λεπτό καρφί.
Ετυμολογία
< τουρκ. tel < ίσως αρμενικής προέλευσης, tʿel [= νήμα, κλωστή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλι», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελι/