navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τέλι

τέλι

το, ουσ. [γεν. τελ-ιού, -ιών]

  1. λεπτό μεταλλικό σύρμα
  2. (μουσ.) μεταλλική χορδή οργάνου
  3. επίχρυσο λεπτό νήμα
  4. λεπτό καρφί.

Ετυμολογία

< τουρκ. tel < ίσως αρμενικής προέλευσης, tʿel [= νήμα, κλωστή].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλι», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελι/