τέλη
τα, ουσ.
κρατήσεις που εισπράττονται από διάφορες κρατικές υπηρεσίες για παροχή υπηρεσιών, φόρος, δασμός, [μσν.] διόδια, (φρ.) «ταχυδρομικά / δικαστικά / δημοτικά / κληρονομικά / τελωνειακά / λιμενικά / φαρικά / προξενικά / πλοηγικά τέλη», «τέλη κυκλοφορίας / χαρτοσήμου / ερματισμού / αγκυροβολίας / προκυμαίας - αποβάθρας / δεξαμενισμού / σημαντήρων / (δικαιώματα) προσόρμισης / παραβολής / πρυμνοδέτησης και ελλιμενισμού ρυμουλκήσεως / φαρικά».
Ετυμολογία
< αρχ. τέλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλη», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελη/