συμφωνία
η, ουσ.
- (μουσ.) μουσικό έργο σε μορφή σονάτας που εκτελείται από συμφωνική ορχήστρα και ορισμένες φορές με συνοδεία χορωδίας και τραγουδιστών
- συνταύτιση απόψεων και αντιλήψεων δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων, αντών. ασυμφωνία
- γραπτό κείμενο, μεταξύ δύο ή περισσότερων παραγόντων, στο οποίο καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι δράσεις και η ποσοστιαία ανταπόδοση των κερδών
- (νομ.) διεθνής συνθήκη μεταξύ κρατών που ρυθμίζει ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας.
Ετυμολογία
[για την 1η και 4η ερμ. αντιδάνειο]
ή ιταλ. sinfonia, ή
ή γαλλ. symphonie < λατιν. symphonia < αρχ. συμφωνία [= α) συνήχηση, αρμονία ήχου, ομοτονία, αρμονία, συγχορδία] [για την 2η και 3η ερμ.] < αρχ. συμφωνία. [ β) (μτφ.) συναίνεση, ομοφωνία, ομοψυχία, σύμπνοια].
Παράγωγα
συμφωνικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συμφωνία», σ. 800. https://navalhistory.gr/lexiko/συμφωνια/