τόξο
το, ουσ.

- α) (ιστορ.) αρχαίο όπλο χειρός που εκτοξεύει βέλη, φτιαγμένο από ένα ευλύγιστο στέλεχος και μια τεντωμένη χορδή, β) (αθλητ.) το είδος του όπλου με νεότερη κατασκευαστικά μορφή
- οτιδήποτε έχει τη μορφή του όπλου
- (γεωμ.) α) τμήμα καμπύλης γραμμής που ορίζεται από δύο σημεία, β. (αρχιτ.) ημικυκλική αψίδα, καμάρα
- (φυσ.) «φωτοβολταϊκό / βολταϊκό / ηλεκτρικό τόξο»
- (μετεωρ.) «ουράνιο τόξο», φαινόμενο ατμοσφαιρικό που δηλώνει την παύση της βροχόπτωσης
- (μουσ.) το δοξάρι
- (φρ.) α) «τόξο εξάντα», ημικυκλικό εξάρτημα του εξάντα, βαθμονομημένο από το σημείο συρρινισμού, δηλ. το σημείο μηδέν, μέχρι τις 140°, (αριστερά του μηδενός) και μέχρι τις 5° (δεξιά του μηδενός), β) «τόξο πηδαλίου / μεγίστου κύκλου / ατμοσύρτη – ατμονομέα / ορατότητας φάρου / σκοπεύσεως» κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. τόξον.
Σύνθετα
τοξοβολία, τοξόπλασμα, τοξοστοιχία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόξο», σ. 835. https://navalhistory.gr/lexiko/τοξο/