navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τόξο

τόξο

το, ουσ.

τόξο, εικόνα από το έντυπο
  1. α) (ιστορ.) αρχαίο όπλο χειρός που εκτοξεύει βέλη, φτιαγμένο από ένα ευλύγιστο στέλεχος και μια τεντωμένη χορδή, β) (αθλητ.) το είδος του όπλου με νεότερη κατασκευαστικά μορφή
  2. οτιδήποτε έχει τη μορφή του όπλου
  3. (γεωμ.) α) τμήμα καμπύλης γραμμής που ορίζεται από δύο σημεία, β. (αρχιτ.) ημικυκλική αψίδα, καμάρα
  4. (φυσ.) «φωτοβολταϊκό / βολταϊκό / ηλεκτρικό τόξο»
  5. (μετεωρ.) «ουράνιο τόξο», φαινόμενο ατμοσφαιρικό που δηλώνει την παύση της βροχόπτωσης
  6. (μουσ.) το δοξάρι
  7. (φρ.) α) «τόξο εξάντα», ημικυκλικό εξάρτημα του εξάντα, βαθμονομημένο από το σημείο συρρινισμού, δηλ. το σημείο μηδέν, μέχρι τις 140°, (αριστερά του μηδενός) και μέχρι τις 5° (δεξιά του μηδενός), β) «τόξο πηδαλίου / μεγίστου κύκλου / ατμοσύρτη – ατμονομέα / ορατότητας φάρου / σκοπεύσεως» κ.ά.

Ετυμολογία

< αρχ. τόξον.

Σύνθετα

τοξοβολία, τοξόπλασμα, τοξοστοιχία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόξο», σ. 835. https://navalhistory.gr/lexiko/τοξο/