τέλμα
το, ουσ.
- περιοχή από στάσιμα νερά, συνών. βάλτος, έλος, βούρκος, τέναγος
- (μτφ.) κατάσταση στασιμότητας, αδιέξοδο.
Ετυμολογία
< αρχ. τέλμα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλμα», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελμα/