navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τέλμα

τέλμα

το, ουσ.

  1. περιοχή από στάσιμα νερά, συνών. βάλτος, έλος, βούρκος, τέναγος
  2. (μτφ.) κατάσταση στασιμότητας, αδιέξοδο.

Ετυμολογία

< αρχ. τέλμα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλμα», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελμα/