τέταρτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που αντιστοιχεί, σε μια σειρά ομοειδών αντικειμένων ή προσώπων, με τον αριθμό τέσσερα
- για κάποιον ή για κάτι που έρχεται μετά τον τρίτο (ως προς τη σειρά, την ιεραρχία κ.λπ.)
- (ως ουσ.) ο τέταρτος: 1. ο τέταρτος όροφος ενός διαμερίσματος σε πολυκατοικία, 2. ο μήνας Απρίλιος, 3. (μουσ.) διάστημα μεταξύ τεσσάρων φθόγγων
- η τέταρτη ταχύτητα σ’ ένα όχημα.
Ετυμολογία
< αρχ. τέταρτος.
Επιρρήματα
τέταρτον [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέταρτος», σ. 826. https://navalhistory.gr/lexiko/τεταρτοσ/