σιδερόξυλο
Και: σιδηρόξυλο
το, ουσ.
- (φυτολ.) κοινή ονομασία διαφόρων δένδρων και θάμνων που είναι πολύ σκληρά και ανθεκτικά
- το σκληρό και πολύ βαρύ ξύλο, που είναι κατάλληλο για πατώματα, ναυπηγικές κατασκευές, αγροτικά εργαλεία κ.λπ.
Ετυμολογία
< σιδερο- + ξύλο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιδερόξυλο ή σιδηρόξυλο», σ. 758. https://navalhistory.gr/lexiko/σιδεροξυλο-η-σιδηροξυλο/