navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σιδερόξυλο ή σιδηρόξυλο

σιδερόξυλο

Και: σιδηρόξυλο

το, ουσ.

  1. (φυτολ.) κοινή ονομασία διαφόρων δένδρων και θάμνων που είναι πολύ σκληρά και ανθεκτικά
  2. το σκληρό και πολύ βαρύ ξύλο, που είναι κατάλληλο για πατώματα, ναυπηγικές κατασκευές, αγροτικά εργαλεία κ.λπ.

Ετυμολογία

< σιδερο- + ξύλο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιδερόξυλο ή σιδηρόξυλο», σ. 758. https://navalhistory.gr/lexiko/σιδεροξυλο-η-σιδηροξυλο/