σκλήθρα
Και: κλήθρα
η, και σκλήθρος, ο, και σκλήθρο, το, ουσ.
- (φυτολ.) φυλλοβόλο είδος δέντρου που ευδοκιμεί σε παραποτάμιες περιοχές, το ξύλο του οποίου έχει μεγάλη αντοχή στο νερό και χρησιμοποιείται στη γλυπτική, την επιπλοποιία και τη ναυπηγική
- μικρό κομμάτι ξύλου που αποκόπτεται κατά τη διαδικασία του πελεκήματος, συνών. σκίζα.
Ετυμολογία
< αρχ. κλήθρα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκλήθρα και κλήθρα», σ. 767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκληθρα-και-κληθρα/