navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκλήθρα και κλήθρα

σκλήθρα

Και: κλήθρα

η, και σκλήθρος, ο, και σκλήθρο, το, ουσ.

  1. (φυτολ.) φυλλοβόλο είδος δέντρου που ευδοκιμεί σε παραποτάμιες περιοχές, το ξύλο του οποίου έχει μεγάλη αντοχή στο νερό και χρησιμοποιείται στη γλυπτική, την επιπλοποιία και τη ναυπηγική
  2. μικρό κομμάτι ξύλου που αποκόπτεται κατά τη διαδικασία του πελεκήματος, συνών. σκίζα.

Ετυμολογία

< αρχ. κλήθρα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκλήθρα και κλήθρα», σ. 767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκληθρα-και-κληθρα/