navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σφεντάμ(ν)ι ή σκεντάμι

σφεντάμ(ν)ι

Και: σκεντάμι

το, και σφένδαμος, ο, ουσ.

(φυτολ.) γένος δένδρων ή ημίθαμνων με την επιστ. ονομ.: Acer, υπάρχουν περίπου 100 είδη που φύονται σε Καναδά, ΗΠΑ, Ευρώπη και Ανατολική Ασία, χρήσιμη η παραγόμενη ξυλεία του στην επιπλοποιία, σε οικοδομικές και αρχιτεκτονικές εφαρμογές, στην κατασκευή μουσικών οργάνων, αλλά και ως διακοσμητικό φυτό.

Ετυμολογία

< αρχ. [αρσ.] σφένδαμνος. Μοῦ μιλῆσαν γλυκοΐσκιωτα τὰ πλατάνια, τὰ πρινάρια τά πυκνάνθιστα, τὰ κέδρα, τὰ ὁλοπράσινα πυξάρια. Κ᾽ ἡ βαλανιδιά κι ὁ μέλεγος κι ὁ νερόχαρος λωτός καὶ οἱ μυρτοῦλες και οἱ δαφνοῦλες κι ὁ παντοῦ συρτός κισσός. Τ᾽ ἀχαμνά τὰ ρείκια, τὰ ἔλατα, καὶ τὰ παρδαλά σφεντάμια κ᾽ οἱ συκιές, κ᾽ οἱ ἰτιές ποὺ γέρνουν στίς ὀχτιὲς πρὸς τά ποτάμια. Κουμαριές αἱματοστάλαχτες, τ᾽ ἀμπελόκλημα, ἡ φτελιά, καὶ τὰ πεῦκα ποὺ ἀνασταίνουν καὶ τῆς λεύκας ἡ ὀμορφιά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφεντάμ(ν)ι ή σκεντάμι», σ. 810. https://navalhistory.gr/lexiko/σφενταμνι-η-σκενταμι/