σκουπίδι
το, ουσ.
- οτιδήποτε άχρηστο ή βρόμικο, συνών. σκύβαλο, [πληθ.] απορρίμματα
- (μτφ.) εξευτελιστικός χαρακτηρισμός προσώπου.
Ετυμολογία
< σκουπ(ίζω) -ίδι.
Παράγωγα
σκουπιδαριό, σκουπιδάς, σκουπιδιάρης > σκουπιδιάρικος.
Σύνθετα
σκουπιδοτενεκές, σκουπιδοφάγος, σκουπιδολόγος, σκουπιδόχορτο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκουπίδι», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκουπιδι/