navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκουπίδι

σκουπίδι

το, ουσ.

  1. οτιδήποτε άχρηστο ή βρόμικο, συνών. σκύβαλο, [πληθ.] απορρίμματα
  2. (μτφ.) εξευτελιστικός χαρακτηρισμός προσώπου.

Ετυμολογία

< σκουπ(ίζω) -ίδι.

Παράγωγα

σκουπιδαριό, σκουπιδάς, σκουπιδιάρης > σκουπιδιάρικος.

Σύνθετα

σκουπιδοτενεκές, σκουπιδοφάγος, σκουπιδολόγος, σκουπιδόχορτο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκουπίδι», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκουπιδι/