σίτος
ο, σιτάρι και στάρι, το, ουσ.
(φυτολ.) α) φυτό της οικογένειας των αγρωστοειδών, πολύτιμο για τη θρεπτική του αξία στην καθημερινή μας διατροφή, β) ο καρπός του παραπάνω φυτού.
Ετυμολογία
< αρχ. σιτάριον.
Παράγωγα
σιταράς, σιταρένιος, σιταρήθρα.
Σύνθετα
αγριοσίταρο, αλευρόσιτα, αραβόσιτος, αραβοσιτάλευρο, αραβοσιτέλαιο, αραποσίταρο, αραποσίτι, επισιτισμός, οικόσιτος, παράσιτικός, σιτάλευρο, σιταποθήκη, σιταρόσπορος, σιταροχώραφο, σιτέλαιο, σιτέμπορος, σιτηρέσιο, σιτοβολώνας, σιτοκαλλιέργεια, υποσιτισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σίτος», σ. 761. https://navalhistory.gr/lexiko/σιτοσ/