navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ολκή

ολκή

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. έλξη αντικειμένου
  2. α) βάρος κάποιου σώματος, β) το βάρος της σφαίρας παλαιού πυροβόλου όπλου
  3. (ειδικότ.) η διάμετρος του σωλήνα σε πυροβόλο όπλο, διαμέτρημα
  4. (φυσ.) μονάδα βάρους ίση με το 1/8 της ουγγιάς [δες λ.]
  5. (μτφ.) σπουδαιότητα, αξία
  6. (τεχνολ.) ειδική κατεργασία μετάλλων με την οποία μετατρέπονται σε σύρματα.

Ετυμολογία

< αρχ. αρχ. ὁλκή [= τράβηγμα] < ἕλκω [= τραβώ, σύρω, σέρνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολκή», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολκη/