ολκή
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- έλξη αντικειμένου
- α) βάρος κάποιου σώματος, β) το βάρος της σφαίρας παλαιού πυροβόλου όπλου
- (ειδικότ.) η διάμετρος του σωλήνα σε πυροβόλο όπλο, διαμέτρημα
- (φυσ.) μονάδα βάρους ίση με το 1/8 της ουγγιάς [δες λ.]
- (μτφ.) σπουδαιότητα, αξία
- (τεχνολ.) ειδική κατεργασία μετάλλων με την οποία μετατρέπονται σε σύρματα.
Ετυμολογία
< αρχ. αρχ. ὁλκή [= τράβηγμα] < ἕλκω [= τραβώ, σύρω, σέρνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολκή», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολκη/