ξήρανση
η, ουσ.
- το να γίνεται κάτι ξηρό
- (τεχνολ.) η διαδικασία μερικής ή ολικής αφαίρεσης της υγρασίας [δηλ. του νερού] που περιέχεται σ’ ένα υγρό ή στερεό ή αέριο σώμα, με μηχανικές, φυσικές ή χημικές μεθόδους.
Ετυμολογία
< μτγν. ξήραν(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξήρανση», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξηρανση/