navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όλκηση

όλκηση

η, ουσ.

  1. τράβηγμα κάποιου αντικειμένου προς μία κατεύθυνση
  2. κατασκευή σύρματος από τον ολκό [δες λ.].

Ετυμολογία

< ολκή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όλκηση», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολκηση/