οικονομητήρας
ο, ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή εξοικονόμησης θερμότητας, με αξιοποίηση των καυσαερίων για την προθέρμανση του νερού στο λέβητα, μειώνοντας έτσι τις απαιτήσεις καυσίμου στο σχετικό μηχανισμό.
Ετυμολογία
< οικονομ(ία) -η- + -τήρας [παραγωγική καταλ. αρσ. ουσ. που δηλώνει τόπο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οικονομητήρας», σ. 598. https://navalhistory.gr/lexiko/οικονομητηρασ/