ξηραντήρας
ο, ουσ.
- Τεχνολογία
- από το 1870
(τεχνολ.) συσκευή με την οποία πραγματοποιείται η ξήρανση διαφόρων χημικών, κυρίως, ουσιών, πρώτων υλών, όπως τροφίμων, φρούτων αλλά και βοτάνων, φύλλων κ.λπ. συνών. ξηραντήριο, στεγνωτήρι, (φρ.) «ξηραντήρας κυλινδρικός / ηλιακός / ψεκασμού / πνευματικός / πεπιεσμένου αέρα / ταινιοφόρος / επαφής / εξάχνωσης / υψηλής συχνότητας / τροφίμων».
Ετυμολογία
< ξηραίνω [< ξηρός] + [καταλ.] -τήρας, η λ. μαρτυρείται από το 1870.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξηραντήρας», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξηραντηρασ/