navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ολισθητήρας

ολισθητήρας

ο, ουσ.

  1. γλίστρα, είδος ράμπας για ομαλή καθέλκυση ή ανέλκυση σκάφους
  2. (τεχνολ.) μηχανικό εξάρτημα που συμβάλλει στην διαδικασία της ολίσθησης πάνω σε κάποια επιφάνεια
  3. (στρατ.) τμήμα πυροβόλου όπλου.

Ετυμολογία

< ολισθ(αίνω) [= γλιστρώ] -η- + -τήρας [παραγωγική κατάλ. αρσ. ουσ. που δηλώνει αντικείμενο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολισθητήρας», σσ. 600-601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολισθητηρασ/