ολισθητήρας
ο, ουσ.
- γλίστρα, είδος ράμπας για ομαλή καθέλκυση ή ανέλκυση σκάφους
- (τεχνολ.) μηχανικό εξάρτημα που συμβάλλει στην διαδικασία της ολίσθησης πάνω σε κάποια επιφάνεια
- (στρατ.) τμήμα πυροβόλου όπλου.
Ετυμολογία
< ολισθ(αίνω) [= γλιστρώ] -η- + -τήρας [παραγωγική κατάλ. αρσ. ουσ. που δηλώνει αντικείμενο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολισθητήρας», σσ. 600-601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολισθητηρασ/