navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ντουλάπι και δουλάπι

ντουλάπι

Και: δουλάπι

το, ουσ. [γεν. ντουλαπ-ιού, -ιών]

έπιπλο σχήματος τετραγώνου ή ορθογωνίου παραλληλογράμμου, συνήθως εντοιχισμένο ή προσαρμοσμένο σε τοίχο, κατάλληλο για τη φύλαξη ρούχων, τροφίμων, μαγειρικών σκευών ή άλλων πραγμάτων, συνών. ερμάριο.

Ετυμολογία

< τουρκ. dolap.

Παράγωγα

ντουλάπα [= ιματιοθήκη, γκαρνταρόμπα, σιφονιέρα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντουλάπι και δουλάπι», σ. 585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντουλαπι-και-δουλαπι/