navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νέφος

νέφος

το, ουσ.

  1. (μετεωρ.) το μετεωρολογικό φαινόμενο που προέρχεται από τη συμπύκνωση μεγάλων ποσοτήτων ψυχρών υδρατμών, το σύννεφο, (φρ.) «φωτεινά / φθινοπωρινά / καταιγιδοφόρα / φακοειδή / χαμηλά / μαματοειδή / ανώτερα / μέσα / κατώτερα / ανοδικών ρευμάτων νέφη», συνών. (γ)νέφι, γνέφαλο, νέφιο
  2. (φυσ.) συσσώρευση ρυπαντικών αερίων ουσιών στην ατμόσφαιρα
  3. πλήθος μικρών και ελαφρών πραγμάτων που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα και σχηματίζουν την εικόνα του νέφους.

Ετυμολογία

< αρχ. νέφος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νέφος», σ. 573. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφοσ/