navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μύαξ

μύαξ

ο, ουσ. [γεν. μύακος]

  1. (ιχθυολ.) το μύδι [αρχ.]
  2. (αρχιτ.) [μσν.] το επάνω μέρος της κόγχης χριστιανικού ναού, κοίλωμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μύαξ», σ. 555. https://navalhistory.gr/lexiko/μυαξ/