μύαξ
ο, ουσ. [γεν. μύακος]
- (ιχθυολ.) το μύδι [αρχ.]
- (αρχιτ.) [μσν.] το επάνω μέρος της κόγχης χριστιανικού ναού, κοίλωμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μύαξ», σ. 555. https://navalhistory.gr/lexiko/μυαξ/