navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μηδέν

μηδέν

το, ουσ.

  1. αριθμητικό σύμβολο [0] που δείχνει την ανυπαρξία μεγέθους, ποσότητας κ.λπ. [αγγλ. zero, γαλλ. zéro]
  2. τίποτε
  3. (μτφ.) άνθρωπος ανάξιος λόγου
  4. σχολική βαθμολογία, κουλούρα
  5. το σημείο τήξης του πάγου
  6. (εκφρ.) «εκ του μηδενός», «μηδέν εις το πηλίκον», «απόλυτο μηδέν ή ενέργεια μηδενικού σημείου», δομικό και αναπόφευκτο στοιχείο της κβαντικής φυσικής, «το μηδέν του βερνιέρου», σημείο του παχύμετρου που δείχνει πάνω στην κύρια κλίμακα το ακέραιο κομμάτι της μέτρησης σε mm [μιλιμέτρ = χιλιοστά].

Ετυμολογία

< αρχ. μηδὲν [= κανένα, τίποτε].

Παράγωγα

μηδενίζω, μηδενικό.

Σύνθετα

μηδενικό, μηδενίζω, μηδενικός, μηδένιση, μηδενισμός, μηδενικότητα, μηδενιστής, μηδενίστρια, μηδενιστικός, εκμηδένιση, εκμηδενισμός, εκμηδενίζω, εκμηδενιστής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηδέν», σ. 522. https://navalhistory.gr/lexiko/μηδεν/