λεπάς
η, ουσ. [γεν. -άδος]
(ζωολ.) όστρακο που προσκολλάται στους βράχους ή σε αντικείμενα που επιπλέουν στο νερό, η πεταλίδα ή πατελίδα, αλλά και πετάλα.
Ετυμολογία
< αρχ. λίπα [επίρρ.] με τη σημ. του κολλώ και όχι του αλείφω με λιπαρή ουσία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεπάς», σ. 480. https://navalhistory.gr/lexiko/λεπασ/