navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαλάκιο

μαλάκιο

το, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]

(ζωολ.) κάθε ασπόνδυλο ζώο, χωρίς δηλ. σκελετό και αρθρώσεις, όπως είναι τα σαλιγκάρια, τα μύδια, τα χταπόδια, οι σουπιές κ.λπ.

Ετυμολογία

< αρχ. μαλάκιον < μαλακός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαλάκιο», σ. 498. https://navalhistory.gr/lexiko/μαλακιο/