navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαστέλο

μαστέλο

το, ουσ.

  1. μεγάλος ξύλινος κουβάς ή δοχείο όπου πλένουμε τα γυαλικά, συνών. κάδος
  2. (τρόφ.) είδος μαλακού τυριού από αγελαδινό ή κατσικίσιο γάλα.

Ετυμολογία

< (αντιδάνειο) ιταλ. mastello < λατιν. mastellus < μσν. μαστός [= ποτήρι] < αρχ. μαστός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαστέλο», σ. 505. https://navalhistory.gr/lexiko/μαστελο/