μαστέλο
το, ουσ.
- μεγάλος ξύλινος κουβάς ή δοχείο όπου πλένουμε τα γυαλικά, συνών. κάδος
- (τρόφ.) είδος μαλακού τυριού από αγελαδινό ή κατσικίσιο γάλα.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) ιταλ. mastello < λατιν. mastellus < μσν. μαστός [= ποτήρι] < αρχ. μαστός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαστέλο», σ. 505. https://navalhistory.gr/lexiko/μαστελο/