λεβιάθαν
ο, άκλ. ουσ.
- (μτφ.) α) κάθε κατασκευή που την χαρακτηρίζει το γιγάντιο μέγεθός της, β) κάθε υπηρεσία, οργανισμός, και γενικότερα φορέας, που προκαλεί χάος, αταξία, π.χ. η γραφειοκρατία
- [ως κύρ. όν.:] α) (λογοτ.) «Λεβιάθαν», τίτλος έργου του Άγγλου φιλόσοφου Thomas Hobbes, β) (μυθολ.) γιγάντιο θαλάσσιο τέρας της φοινικικής μυθολογίας, όμοιο με κροκόδειλο, ή γ) βιβλικό θαλάσσιο κτήνος, δράκος ή φάλαινα.
Ετυμολογία
< εβρ. liwyathắn < φοινικ. λ..
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λεβιάθαν», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λεβιαθαν/