ιχθύς
ο, ουσ.
- (ιχθυολ.) το ψάρι
- (αστρον.) αστερισμός του Β. ημισφαιρίου
- (αστρολ.) [πληθ.] α) οι ιχθύες, το δέκατο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου, β) η ψαραγορά
- (εκκλ.) το αρχαιότερο χριστιανικό σύμβολο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἰχθύς, γεν. -ύος, αιτ. πληθ. ἰχθῦς και ἰχθύας.
Σύνθετα
ιχθυόσκαλα, ιχθυοτροφία, ιχθυοτροφείο, ιχθυοπώλης, ιχθυοπαραγωγός, ιχθυοπανίδα, ιχθυολιμένας, ιχθυολογία, ιχθυοκαλλιέργεια, ιχθυοδεξαμενή, ιχθυόκολλα και πολλά άλλα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθύς», σ. 378. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυσ/