εποχή
η, ουσ.
- καθεμιά από τις τέσσερεις υποδιαιρέσεις του χρόνου [άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας]
- (γενικότ.) κάθε χρονική περίοδος που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα καιρικά φαινόμενα, καιρικές καταστάσεις, όπως: (φρ.) «εποχή των βροχών / της ξηρασίας / των βοριάδων / των μουσώνων»,
- χρονικό διάστημα που είναι κατάλληλο για συγκεκριμένες δραστηριότητες, λ.χ. «εποχή του θερισμού / του τρύγου / των διακοπών / του κυνηγιού», (εκφρ.) α) «τέλος εποχής», αναφορά στις τελευταίες μέρες πωλήσεως εποχικών προϊόντων, β) «εκτός εποχής», για κάτι παλιομοδίτικο ή αταίριαστο με τις καιρικές συνθήκες, γ) «λάθος εποχή», για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη περίοδο
- (ιστορ.) χρονική περίοδος κατά την οποία πραγματοποιούνται σημαντικά γεγονότα, «η εποχή της Αναγέννησης / των γεωγραφικών ανακαλύψεων / του μπαρόκ / της γαλλικής επανάστασης / της αποικιοκρατίας / του μεσοπολέμου / του ψυχρού πολέμου»,
- (γεωλ.) μεγάλο χρονικό διάστημα του προϊστορικού παρελθόντος της Γης κατά το οποίο αποτέθηκε μία σειρά πετρωμάτων, «νεολιθική / παλαιολιθική εποχή»
- (λογοτ.) «Μια εποχή στην κόλαση», «Une saison en enfer», του Arthur Rimbaud.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐποχή [= 1. εμπόδιο, διακοπή, παύση, 2. η Εποχή ενός αστερισμού, δηλ. το σημείο στο οποίο φαίνεται να σταματά την κίνησή του έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμά του, Lidell & Scott] < αρχ. ἐπέχω. Η λ. πέρασε και σε ξένες γλώσσες, όπως: αγγλ. epoch, γαλλ. époque, ιταλ. και αλβαν. epoca, ισπαν. época, ρωσ. эпоха, σερβ. епоха κ.ά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποχή», σ. 304. https://navalhistory.gr/lexiko/εποχη/