ισόθερμος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει την ίδια θερμοκρασία με κάποιον άλλο.
- (φρ.) «ισόθερμη καμπύλη», α) (φυσ.) καμπύλη η οποία σε διάγραμμα κατάστασης απεικονίζει μια ισόθερμη μετατροπή, β) (μετεωρ.) καμπύλη μετεωρολογικού χάρτη που ενώνει σημεία με την ίδια μέση θερμοκρασία σε ορισμένη χρονική περίοδο.
Ετυμολογία
< ξέν. όρ. γαλλ. isotherme < iso- [= ισο-] + - therme [< αρχ. θερμός] και αγγλ. isotherm.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισόθερμος», σ. 372. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοθερμοσ/