ισοβαρής
-ής, -ές, και ισόβαρος, -η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει το ίδιο βάρος με κάποιον άλλο, αντών. ανισοβαρής
- (μετεωρ.) αυτός που έχει την ίδια βαρομετρική πίεση με κάποιον άλλο, [διεθ. όρ. isobar].
Ετυμολογία
< ίσο(ς) + -βαρής (< βάρος) < αρχ. ἰσοβαρής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισοβαρής», σ. 372. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοβαρησ/